ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΗΜΙΟΙ – ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΕΚΙΑΡΗΣ


ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΗΜΙΟΙ – ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΕΚΙΑΡΗΣ

Δημοσίευση από το Περιοδικό ΜΠΟΥΚΕΤΟ (02 Αυγούστου 1925)

 

Μεταξύ τών «Ελλήνων δημίων αγριώτερος υπήρξε ο Δηµήτριος Μπεκιάρης. Η ζωή του μία σειρά έγκληµάτων και ή πολιτεία του αίµα.… Οι Αργείοι µετά φρίκης ένθυμούνται ότι τό  αιμοδιψές εκείνο τέρας ήτο συµπολίτης των. ‘Υψηλός, ογκώδης, µέ λαιμόν ταύρου, μέ µάτια αϊματώδη, πυρρόξανθος, είχε φωνή βαθειά, σπηλαιώδη.

Ο Μπεπιάρης ήτο ο  μπελάς της Αργειακής  άγοράς. Ως μανάβης, χασάπης, τυρέμπορος (του άρεσε ν’ αλλάζει επαγγέλµατα) διαρκώς εύρίσκετο είς διάστασιν με τούς συναδέλφους του, και τούς γείτονας του. Επήγαινες να ψωνίσης καί… σε έβριζε. Αν καί ήτο παντρεμένος, είχε δέ καί κορίτσι της παντρειάς  επέμενε να κάνη καί τον Ερωτόκριτον. Παντρεµένες, χήρες, κορίτσια, όλες ενοχλούντο από τον ίδιόρρυθμον αύτόν γυναικοθήραν. Τέλος, µια παντρεμένη έπεσε στα δίχτυα του. Ένα βράδυ ο Μπεκιάρης σκοτώνει τον σύζυγο τής έρωμένης του, κατόπιν ζωηράς φιλονικίας. Καταδικάζεται είς δεκαπενταετή φυλάκισιν και  το «Αργος αναπνέει.

Εις την φυλακήν ο Μπεκιάρης συμπλέκεται  καθηµερινώς µέ τούς άλλους καταδίκους καί τούς τρομοκρατεί διά τής αγριότητος καί τής σωματικής του υπεροχής. Του ύπολείπονται µόλις έξη µήνες δια ν’ άποφυλακισθή, καί όμως ύποβάλλει είς το ‘Υπουργείον της Δικαιοσύνης αϊτησιν ζητών να διορισθή “εις τήν θέσιν του κατά τήν ‘Ελλάδα δημίου». ‘Η αίτησίς του γίνεται δεκτή καί μετ’ ολίγας ήμερας ό Μπεκιάρης φιγουράρει κοντά είς τήν λαιµητόµον. Είνε ντυµένος με κωμικήν φιλαρέσχειαν : κουστούµι. μπλέ μαραίν, γραβάτα µε καρφίτσα, καί στό κεφάλι σκουφίτσα μαύρη, κεντημένη γύρω-γύρω… µε χρυσό σειρήτι. Τόν φέρνει ισχυρά συνοδεία δια να τόν προφυλάξη άπό ενδεχομένην έπίθεσιν του πλήθους. ‘Ο κόσμος είς τήν διάβασίν του, κατ’ άρχάς µουρµουρίζει, έπειτα ξεσπά είς αποδοκιµασίας. ‘Ο Δήµιος τοξεύει εναντίον του πλήθους βλοσυρές µατιές καί δείχνει τίς γροθιές του. ‘Επειτα τρέχει είς τήν

λαιµητόμον καί έν άναµονή τών θυμάτων του, διασκεδάζει άνεβάζων καί καταρρίπτων τόν πέλεκυν. Μία Αμερικανίς δημοσιογράφος – τυχαίως ευρεθείσα είς Ναύπλιον πρός έπίσκεψιν τών αρχαιοτήτων της Τίρυνθος – ζητεί άπό τόν Εισαγγελέα τήν άδειαν νά κουβεντιάση µε τόν Δήµιον, µέσω του διερµηνέως της. ‘Ο Μπεκιάρης βλέπει νά έρχεται πρός αύτόν γυναίκα καί στρίβει αυταρέσκως τό μουστάκι!

Είσθε εύχαριστημένος από τό έργον σας; έρωτά ή Αµερικανίς.

Και βέβαια είμαι! Τρακόσιες δραχµές τό μήνα και χώρια τα τυχερά.

-Τά τυχερά;

Βέβαια… Εκατό δραχμές τό κεφάλι.

Γκόντεμ.

Και ή συνέντευξις διακόπτεται, διότι προσάγεται τό πρώτον ανθρώπινον σφάγιον. Ο Μπεκιάρης γαντζώνει τα δάχτυλά του έπάνω είς τόν κατάδικον, με πρωτοφανή ικανοποίησιν. Τό όνειρόν του να γίνει δήμιος είχε πραγµατοποιηθεί.  Ωθεί τό θύμα πρός τήν λαιµητόµον… Μετά τήν καρατόµησιν, διορθώνει τα εξαρτήματα του μηχανήματος του, νομίζεις ότι θωπεύει τήν λαιμητόµον του. Κομίζεται σιδηροδέσµιος ένας λήσταρχος ο Θύμιος Τσεκούρας. Αύτόν τόν γνωρίζει ό Μπεκιάρης, διότι έζησαν µαζί στό δεσµωτήριο του Παλαμηδίου. Ο λήσταρχος βαδίζει ευθετενής, αντικρίζει υπερηφάνως τόν Μπεκιάρην και βροντοφωνεί

 

Βρε σύ ! Μπόγιας έγεινες ; Φτούσου, παλιόσκυλλο

Και αποπειράται να τόν χτυπήση µε κουτουλιά. ‘Ο Δήµιος ένισχυόμενος από τόν βοηθόν του, τόν Αλεβιζόπουλον σύρει τόν Τσεκούραν είς τήν λαιµητόμον. Γίνεται πάλη και ή κεφαλή του άρχιληστού πέφτει είς τόν σάκων. Τό γεγονός άποθηριώνει τόν Δήμιον και επακόλουθούν  σπηναί φρίκης µε τούς άλλους καταδίκους πού παραδίδονται είς τα χέρια του. Άλλα δεν θα περιγράψω τάς φοβεράς σκηνάς. Φαντάζομαι ότι θα εξαντλούσα τα νεύρα τών άναγνωστών μου…

 

Επί δώδεκα έτη έξήσκησε το πένθιµον έπάγγελµά του,ο Μπεκιάρης, απέκτησε περιουσίαν – διότι ήτο καί πολύ φιλάργυρος καί τέλος απεφάσισε να έπανέλθη είς τους κόλπους της κοινωνίας.

Παρητήθη, καί µέ το κομπόδεμά του είς τήν τσέπην έβγήκε από το Μπουρτζι καί έβάδισε προς τήν κεντρικήν πλατείαν του Ναυπλίου, τήν άλλοτε «Πλατείαν του Πλατάνου» καί νυν του Συντάγµατος. Μερικοί αξιωµατικοί, έντόπιοι, έπιναν τον καφφέν τους είς τήν σκιάν του ιστορικού δένδρου. Ο Μπεκιάρης τους άνεγνώοισεν. Ησαν έξ έκείνων μέ τούς οποίους είχε σχετισθεί κατά τάς Εκτελέσεις. ‘Επήγε νά τούς χαιρετήση. Οi άξιωµατικοί τόν άπεδίωξαν μέ βδελυγµίαν. Ο τέως Δήµιος έσκυψε τό κεφάλι καί έφυγε πρός τό ‘Αργος, σάν δαρµένος σκύλλος.

Ευρήκε τή γυναίκα του, τήν κόρη του, γηρασμένες πειά. ‘Αλλά καί αύτός ήτο σχεδόν γέρων…

ΕσκέφΘη νά έπιδοθή εκ νέου είς τό έμπόριον. Ανοιξε ταβέρναν, έχρέμασε μίαν κόκκινην σημαίαν είς τήν πόρταν – κατά τό έθιµα του τόπου – καί έπερίμενε τούς πελάτας.- Από δέν έπήγαινε κανείς. Ούτε καί αυτοί οι αλήται. Και ο αιµοσταγής κάπηλος έπινε µόνος του τό έμπόρευµά του.… ‘Ενα βράδυ, περνούσε απέξω ένα παιδάκι κρατώντας µπουκάλι. ‘Ο Μπεκιάρης τό είδε.

Για κρασί πας ; Ελα να σού δώσω ένα, φτηνό και καλό.

Δέν έρχουµαι, είπε το αφελές παιδάκι, ο πατέρας µου λέει πως τα βαρέλια σου είνε γιομάτα αίμα…

Α, έτσι λέει ο πατέρας σου; &… ; έβρυχήθη ο τέως Δήμιος, στάσου

να σού δείξω έγώ!…

Και όρµησε να σκοτώση τό παιδί, τό οποίον έτράπη είς φυγήν κλαίον. ‘Η συνοικία άνεστατώ0η. Οι άντρες έπήραν όπλα και ρόπαλα και κατεδίωξαν τόν Μπεκιάρην. Η μέχρι της στιγµής εκείνης κάπως συγκρατουµένη οργή τής πόλεως έξέσπασε. Ο Μπεκιάρης, κοινή βοή διωκόµενος, κατέφυγε είς τόν Εισαγγελέα Ναυπλίου:

Θέλω να…ξαναγίνω µπόγιας ! …είπε..

Και ό απόβλητος τής κοινωνίας έπανέλαβε τό έργον του. Πράγµα όμως περίεργον : ‘Ο Μπεκιάρης άρχισε νά γίνεται ήπιώτερος, νά μένη συλλογισμένος, νά µή θέλει νά ομιλή µέ τήν φρουράν. Κάποια µεταβολή…,είχε…συντελεσθεί…είς τήν ψυχήν του. Τό έβλεπε κανείς και κατά τας εκτελέσεις, όπου έφέρετο µαλακά προς τούς καταδίκους. Τέλος άρχισε να γίνεται και… ζωόφιλος. Ετρεφε ένα καναρίνι και ολόκληρο κοπάδι κουνελιών, τά οποία έτρύπωναν μέσα εις τα λαγούµια του µικρού Ενετικού Φρουρίου. Περι τών κουνελιών του Δηµίου έγραψε κάποτε και ο επισκεφθείς τον Δήµιον έγκριτος λόγιος κ. Μπάµπης ‘Αννινος δηµοσιογράφος τότε.

Μετά τον δάνατον του Μπεκιάρη τήν θέσιν του Δημίου έλαβε ο έπί έτη βοηθός του Αθανάσιος ‘Αλεβιζόπουλος, Μεσσήνιος τήν καταγωγήν, 45 έτών, κοντόσωμος καί µωροφιλόδοξος. Εις τάς πρώτας έκτελέσεις ένεφανίσ0η µέ φουστανέλλαν καί χρυσοκέντητη φέρµελη, σειόµενος καί λιγυζόµενος. Τό πλήθος του έκαµε άσχηµη ύποδοχή καί είς τήν δευτέραν έµφάνισίν του, ο ‘Αλεβιζόπουλος έθεάθη μέ μαύρα ρούχα. ‘Ο Εϊσαγγελεύς τον είχε αναγκάσει τα παραιτηθή τής έθνικής ένδυµασίας.

Κατά τήν έν Καλάμαις θανατικήν έκτέλεσιν του Λάκωνος Φτυχιάκου, όστις είχε δολοφονήσει ένα τόν έγκριτοτέρων ίατρών τής πόλεως, συνέβη η ακόλουθος σκηνή : Ο Φτυχιάκος άνελθών επί του ικριώματος έζήτησε συγγνώμην, άλλα τό πλήθος είς τας επανειληµµένας επικλήσεις του έσιώπα. Τότε ό Αλεβιζόπουλος, αποταθείς έν όργή πρός τό σκληρόν πλήθος, έφώναξε

Συχωρείστε τον, βρε χριστιανοί! Είστε χειρότεροι από µένα;

Κα’ι τότε µόνον ήκούσθησαν µερικοί ψίθυροι αφέσεως αµαρτιών.

Ο Αλεβιζόπουλος ήτο ό καρατοµήσας τον περίφηµων δολοφόνον τών Πατρών και τής Σύρου Νικ. Πετιμεζαν, Ισχυρίζετο δε ότι ο κατάδικος έπαθε συγκοπήν της καρδίας όλίγον πρό τής μοιραίας στιγµής.

Τήν τελευταίαν στιγµήν έγώ του: είπα: «Νικολάκη, πε τώρα δυό λόγια στον κόσμο. Αλλά που!… Εκείνος ήτανε ψόφιος

Ο Αλεβιζόπουλος ήτο φιλόµουσος. Οι παραπλέοντες το επιθαλάσσιον φρούριον του Ναυπλιακού λιμένος άκουγαν τόν Μεσσήνιον δήμιον να τραγουδή κλέφτικα τραγούδια συνοδεύων αύτά µε το µπουζούκι. Εις τάς επάλξεις έθεατο συνοδευόμενος από τό σκυλλί

του – ένα ώραιότατον κανίς είς το όποίον είχε έκµάθει διάφορα παιγνίδια.

Δαναός

 

Δημοσίευση για τοην Δημήτριο Μπεκιάρη και τα … κατορθώματά του από την εφημερίδα «ΑΡΓΟΛΙΣ» στις 12/05/1886

 

πηγή

cityofnafplio.com

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s