Η προέλευση της φράσης «αυτός χρωστάει της Μιχαλούς»


Η  προέλευση της φράσης «αυτός χρωστάει της Μιχαλούς»

Ένα άρθρο του Ν. Σαραντάκου με το οποίο αμφισβητείται

και η προέλευση της φράσης…

η  Μιχαλού δεν ήταν ταβερνιάρισσα στο μετεπαναστατικό  Ναύπλιο

Διπλή η σημασία της φράσης;

 


Η φράση «αυτός χρωστάει της Μιχαλούς» σημαίνει ότι κάποιος δεν είναι στα καλά του, ότι είναι τρελός. Η φράση ακούγεται συχνά και στις μέρες μας. Ποια είναι όμως αυτή η Μιχαλού;

Η προέλευση της φράσης έχει βασανίσει όχι λίγο τους μελετητές.

Σύμφωνα με μια εκδοχή που κυκλοφορεί και στο Διαδίκτυο αλλά πηγάζει από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, στα χρόνια του Όθωνα βρισκόταν σε κάποιο σοκάκι του Ναυπλίου η ταβέρνα της Μιχαλούς. Η Μιχαλού ήταν, λέει ο συγγραφέας, παραδόπιστη και εκμεταλλεύτρια· είχε μια περιορισμένη πελατεία στην οποία έκανε πίστωση για ένα ορισμένο διάστημα, όμως αλίμονο σε όποιον δεν ήταν συνεπής. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας, η Μιχαλού ξεφτέλιζε κυριολεκτικά τους άτυχους οφειλέτες της. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και κάποιος ευσυνείδητος, ο οποίος αδυνατώντας να βρει χρήματα να εξοφλήσει τη Μιχαλού, γύριζε μέρα και νύχτα στους δρόμους παραμιλώντας. Και σαν κανείς ρωτούσε τους περαστικούς τι έχει αυτός ο άνθρωπος, οι άλλοι απαντούσαν «Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς» (Νατσούλης, σελ. 99-100).

Η εκδοχή αυτή έχει βρει απήχηση, έχει θεωρηθεί έγκυρη και έχει αναδημοσιευτεί και σε σοβαρά ή/και μεγάλης κυκλοφορίας έντυπα. Και φυσικά είναι εντελώς αστήριχτη.

Λίγη εξοικείωση χρειάζεται με τις παροιμιώδεις εκφράσεις για να καταλάβει κανείς ότι η «εξήγηση» αυτή είναι κατασκευασμένη εκ των υστέρων, όπως άλλωστε συμβαίνει με το 90% των εξηγήσεων που προσπαθούν να αποδώσουν την αρχή μιας ιδιωματικής φράσης σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο ή επεισόδιο (έχω γράψει σχετικά). Όμως, εδώ ο Νατσούλης έχει ελαφρυντικό: την ανύπαρκτη αυτή εξήγηση δεν την εμπνεύστηκε ο ίδιος. Πρόκειται για εξήγηση που κυκλοφορεί ευρύτερα.

Πράγματι, στην πολύ σημαντική για την εποχή του και για τα ελληνικά δεδομένα εργασία του «Φρασεολογικά», ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, που γράφει τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αφού αναφέρει ότι ο Γ. Χατζιδάκις είχε κατατάξει τη φράση στις «αγνώστου αρχής» φράσεις, μνημονεύει περίπου την ίδια εκδοχή με τον Νατσούλη, με τη διαφορά ότι τοποθετεί τη Μιχαλού στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, άρα γύρω στο 1830· κατά τα άλλα, και εδώ η Μιχαλού παρουσιάζεται να καταδιώκει τόσο επίμονα και ανελέητα τους οφειλέτες της, που θα έπρεπε να είναι κανείς τρελός για να χρωστάει της Μιχαλούς. Είπα πως η εργασία του Παπαδόπουλου ήταν πολύ σημαντική, αλλά αυτό δεν σημαίνει ούτε πλήρης ούτε αλάνθαστη. Άλλωστε έχουν περάσει κάμποσες δεκαετίες από τότε που την έγραψε. Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι και το λεξικό Μπαμπινιώτη παραθέτει την εκδοχή της ταβερνιάρισσας Μιχαλούς για να εξηγήσει τη φράση, χωρίς καν να διατηρεί επιφυλάξεις: «η φράση οφείλεται σε φερώνυμη ξενοδόχο του Ναυπλίου το 1830, που ήταν ιδιαίτερα απαιτητική για την εξόφληση λογαριασμών και χρεών», μας λέει. Το λάθος παραμένει στην τρίτη έκδοση. Δεν μ’ ενοχλεί το γεγονός ότι αναφέρει την ιστορία περί ταβερνιάρισσας, αλλά ότι την αναφέρει χωρίς επιφυλάξεις (πιθανόν, ίσως, λέγεται ότι).

Όταν μάζευα υλικό για το βιβλίο μου «Αλφαβητάρι των ιδιωματικών εκφράσεων» είχα αποδελτιώσει πολλές δεκάδες λογοτεχνικά έργα (κυριολεκτώ: θα ήταν καμιά διακοσαριά) των τελευταίων δύο αιώνων. Είχα λοιπόν βρει στον Τυχοδιώκτη του Χουρμούζη το εξής απόσπασμα:

— Κ’ ίντα μέτρος είν’ αυτό;
— Να, μέτρος μέτρινο.
— Καλέ σεις, πας και παίζετέ με;
— Όχι, όχι, αλήθεια στο λέγω <…>
— Καλέ να ζείτε, πας και χρουστείτε της Μιχαλούς;
— Όχι, όχι, δεν χρεωστώ κανένα, μόνον θέλω να πουλήσω το πράγμα μου.

Μ. Χουρμούζης, Ο τυχοδιώκτης, σ. 132

Το «πας και» εδώ είναι αυτό που σήμερα λέμε «μπας και», αλλά κατά τα άλλα είναι σαφής η χρήση: μπας και με δουλεύεις; ρωτάει ο ένας, όχι λέω αλήθεια απαντάει ο άλλος· βρε μπας και δεν είσαι καλά στα μυαλά σου; ρωτάει ο ρωμιός· όχι, δεν χρωστάω σε κανέναν απαντάει ο βαυαρός τυχοδιώκτης που δεν ξέρει τη ρωμέικη έκφραση.

Ο Τυχοδιώκτης του Χουρμούζη εκδόθηκε το 1835. Θεωρούσα ότι αυτό ήταν ικανό για να ανασκευάσει το μύθο της αναπλιώτισσας ταβερνιάρισσας Μιχαλούς, όταν όμως το είπα σε κάτι φίλους τούς είδα να δυσπιστούν. Θα μπορούσε, μου είπαν, κάνοντας βέβαια τον δικηγόρο του διαβόλου, να είχε κάνει τόσο ντόρο η υπόθεση της παραδόπιστης Μιχαλούς, που να διαδόθηκε σαν αστραπή στο Ανάπλι και στο Μωριά και στην Αθήνα και στην υπόλοιπη απελευθερωμένη Ελλάδα, ώστε ο Χουρμούζης (που ήτανε Πολίτης) να τη βρει παροιμιακή και να τη βάλει στο έργο του.

Έτσι είπαν οι φίλοι μου τότε, και όσο κι αν το έβρισκα υπερβολικό, στο βιβλίο μου τελικά έγραψα απλώς ότι έχω επιφυλάξεις για την επίσημη εκδοχή, την ταβερνιάρικη, και ότι έχω αποδελτιώσει την έκφραση σε κείμενο του 1835.

Και το άφησα εκεί το θέμα, αλλά δεν το ξέχασα.

Πιάνω τις προάλλες λοιπόν να φυλλομετρήσω ένα βιβλίο που περιγράφει την αντίδραση των πρώτων δημοτικιστών στην κοραϊκή «Μέση οδό» και εκεί περιλαμβάνεται η κωμωδία «Κορακιστικά» του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού, στην οποία ο φαναριώτης συγγραφέας σατιρίζει τους καθαριστές της γλώσσας παρουσιάζοντας δυο ήρωες που το έχουν βάλει αμέτι μουχαμέτι να βγάλουν αρχαιοελληνικές όλες τις ξένες λέξεις (ο διάλογός τους θυμίζει εκπομπή σημερινού ελλαδεμπορικού παρακάναλου). Έχουν κι έναν υπηρέτη, τον Μικέ, που τον έχουν βαφτίσει Μύκη επί το αρχαιοπρεπέστερο. Και σε μια στιγμή που φεύγουν, αγανακτεί με τις παλαβομάρες του αφέντη του και λέει και με το δίκιο του ο δόλιος ο Μικές:

Φρόνιμμα το λέσι στον τόπον μου στη Χχιο, το πως οι Γραμματισμένοι χρωστούσι της Μιχαλλούς.

(τα διπλά σύμφωνα είναι προφανώς προσπάθεια του συγγραφέα για φωνητική ορθογραφία, διότι τότε τα πρόφερναν οι Χιώτες, όπως τα προφέρουν ακόμα οι Κύπριοι)

Τι μας λέει εδώ ο ευλογημένος Μικές; Ότι η έκφραση «χρωστάω της Μιχαλούς» ήταν παροιμιακή στη Χίο. Πότε; Τότε που γράφτηκαν τα Κορακιστικά, προφανώς. Και πότε γράφτηκαν; Νωρίτερα από το 1812, βρίσκω, αφού από τότε κυκλοφορούσαν χειρόγραφα στους κύκλους των λογίων της Πόλης –και τυπώθηκαν γύρω στο 1814.

Άρα, ακόμα κι αν υπήρχε Μιχαλού ταβερνιάρισσα στο μετεπαναστατικό Ανάπλι, που πολύ αμφιβάλλω, σαφώς δεν είναι αυτή που έγινε αιτία να γεννηθεί η φράση «χρωστάει της Μιχαλούς», αφού, όπως είδαμε, η φράση εμφανίζεται σε κείμενο του 1812 και πολύ μακριά από την Πελοπόννησο.

Πώς όμως γεννήθηκε η φράση; Εδώ μόνο εικασίες έχω να πω. Και βέβαια, το ξέρω ότι η αβεβαιότητα δεν είναι τραβηχτική, αλλά δεν θα ήθελα να αντικαταστήσω την ταβερνιάρισσα του Αναπλιού με κάποιαν άλλη εξίσου φανταστική συνονόματή της, ίσως προξενήτρα στην Πόλη στα τέλη του 18ου αιώνα!

Η φράση υπάρχει στο ανέκδοτο τμήμα των Παροιμιών του Ν. Πολίτη που τα χειρόγραφά του μένουν να σκονίζονται σε κάποιο υπόγειο προς δόξαν του ελληνικού κράτους που δεν βρίσκει να διαθέσει σ’ αυτό το εθνικής σημασίας έργο ούτε ένα μικρό κλάσμα των όσων άρπαξε με μια μονοκοντυλιά ένας από τους αεριτζήδες των δομημένων ομολόγων. Εγώ δεν έχω πρόσβαση στα χειρόγραφα του Πολίτη και δεν τα έχω δει, όμως τα είχε δει ο Χουρμουζιάδης, ένας λόγιος των αρχών του αιώνα, που είχε δημοσιεύσει σε ένα παλιό τεύχος του περιοδικού «Λαογραφία» μια συλλογή παροιμιών της Ανατολικής Θράκης, και εκεί μας λέει ότι η θρακιώτικη μορφή της παροιμίας υπάρχει και στο ανέκδοτο τμήμα του Ν. Πολίτη. Όμως, ο Χουρμουζιάδης καταγράφει τη φράση κάπως διαφορετικά: Χρωστάει το Μιχάλη. Η αιτιατική όμως εδώ πρέπει να νοηθεί ως μωραΐτικη γενική: χρωστάει του Μιχάλη.

Και στη δική του συλλογή ο Άνθιμος Παπαδόπουλος καταγράφει κι άλλες ιδιωματικές παραλλαγές: χρωστάει του Μιχάλη (Ήπειρος-Θεσσαλία), χρωστάει τον Μουχάλη (Πόντος), στη δε Συληβρία Μιχάλης λέγεται ο ελαφρόμυαλος. Ο Παπαδόπουλος υποθέτει ότι, όταν ξεχάστηκε η ιστορική αρχή της φράσης δεν είναι περίεργο που τη θέση της Μιχαλούς πήρε ο Μιχάλης, εγώ όμως πιστεύω πως το αντίστροφο έγινε, δηλαδή όταν διαδόθηκε η φράση σε περιοχές που ο Μιχάλης ή η Μιχαλού δεν σήμαινε τίποτα το ξεχωριστό, τότε εφευρέθηκε εκ των υστέρων η ψευτοϊστορική εξήγηση. Γιατί ειπώθηκε Μιχάλης ο ελαφρόμυαλος, δεν το ξέρω, μπορεί να είναι επιρροή από ξένη γλώσσα, μπορεί να βρίσκεται η αρχή σε κάποιο πλαστό παρηχητικό όνομα, που έδωσε και Μιχαλού και Μιχάλη (όπως έλεγαν είναι από την Πάρο για κάποιον που όλο έπαιρνε). Πάντως, αν Μιχάλης λέγεται ο αγαθούλης, τότε όποιος χρωστάει στον Μιχάλη ή στη Μιχαλού είναι δυο φορές ελαφρόμυαλος και πιστεύω πως εδώ βρίσκεται η αρχή της φράσης. Όμως αυτά είναι σκέτες εικασίες.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι καταρρίπτεται οριστικά η εκδοχή της ταβερνιάρισσας από τ’ Ανάπλι. Και ότι ξέρουμε ότι δεν ξέρουμε την αρχή της φράσης. Δηλαδή, ακόμα της χρωστάμε κάτι, της καημένης της Μιχαλούς!

Ποια είναι τα νέα στοιχεία, θα ρωτήσετε. Το πρώτο είναι κάτι που είχα παραλείψει να το πω στο αρχικό άρθρο, ότι δηλαδή η φράση, ενώ εξακολουθεί να σημαίνει «αυτός δεν είναι στα καλά του», έχει αρχίσει να παίρνει και τη σημασία «χρωστάει πάρα πολλά». Αν ψάξετε τα σώματα κειμένων, θα βρείτε κάμποσα παραδείγματα. Η εξέλιξη είναι ευεξήγητη: λέει κάποιος, σαν λογοπαίγνιο: χρωστάμε στις κάρτες, χρωστάμε στο στεγαστικό, χρωστάμε την κουζίνα, χρωστάμε στον Τάδε, χρωστάμε ακόμα και στη Μιχαλού, και τελικά η έκφραση αυτονομείται, όπως π.χ. εδώ που μιλάει για τον Κλίντον και σαφώς εννοεί «υπερχρεώθηκε» και όχι «τρελάθηκε»: Καθιερώνοντας μία πολιτική καπιταλισμού σε ελεύθερη τροχιά, υπογράφοντας νομοθεσίες και τροπολογίες που «χαλάρωναν» τους κανόνες δανεισμού, οδήγησε στο σημερινό αποτέλεσμα να χρωστάει κάθε ένας Αμερικάνος της Μιχαλούς και να αναγκάζεται γι’ αυτό να πουλάει όλα του τα υπάρχοντα, ακόμα και να αυτοκτονεί. Μάλιστα, σε πρόσφατο δελτίο της Άσπρης Λέξης, η καθηγήτρια Άννα Ιορδανίδου καταγράφει και αυτή τη νέα σημασία.

Το δεύτερο νέο στοιχείο είναι ίσως σοβαρότερο. Αναζητώντας πρόσφατα περισσότερα στοιχεία για την έκφραση, και βλέποντας ότι Μιχάλης είναι ο ελαφρόμυαλος στη Θράκη και τις λοιπές παραλλαγές πιο πάνω, που οι περισσότερες στον ίδιο γεωγραφικό χώρο καταγράφτηκαν, σκέφτηκα να ψάξω σε βουλγάρικα λεξικά. Και βρήκα κάτι αρκετά ενδιαφέρον. Βρήκα ότι στα βουλγάρικα υπάρχει ολόιδια έκφραση! Συγκεκριμένα, η έκφραση имам да давам на Михаля (κατά λέξη «χρωστάω στον Μιχάλη»), σημαίνει ό,τι και η δικιά μας «χρωστάω της Μιχαλούς», δηλαδή δεν είμαι στα καλά μου, κάπου χάνω, μου έχει λασκάρει η βίδα. Το λεξικό όπου βρήκα τη λέξη σημειώνει ότι η βουλγαρική έκφραση προέρχεται από τα ελληνικά, χωρίς να δίνει άλλα στοιχεία. Όμως, κι αυτό είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον, στα βουλγάρικα υπάρχει και δεύτερη έκφραση με τον Μιχάλη, που δεν υπάρχει στα ελληνικά: гоня Михаля, (κατά λέξη «κυνηγάω τον Μιχάλη»), επιδιώκω ανέφικτα πράγματα, θηρεύω ανέμους που λέγαν κι οι αρχαίοι. Ο ενθουσιασμός μου μετριάζεται από το ότι αρκετοί νεαροί σημερινοί Βούλγαροι που ρωτήθηκαν δήλωσαν ότι αγνοούν τη φράση, άρα δεν είναι διαδομένη σήμερα στη γειτονική χώρα, ενώ πολύ θα ήθελα να βρω το βιβλίο του Γκέροφ (έχω μιλήσει γι’ αυτό αλλά δυστυχώς ο φίλος του Ηλεφού που το είχε δεν είναι πια εύκαιρος.

Παρ’ όλες τις αβεβαιότητες, η πεποίθησή μου είναι ότι αρχική μορφή της έκφρασης, είτε στα ελληνικά είτε στα βουλγάρικα, ήταν η «χρωστάει στον Μιχάλη» και ότι η σημασία «Μιχάλης = ο ελαφρόμυαλος» προϋπήρχε. Και όποιος χρωστάει στον ελαφρόμυαλο,  εύλογα είναι δυο φορές ελαφρόμυαλος. Όπερ έδει δείξαι, θαρρώ.

http://sarantakos.wordpress.com

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s